Νερόμυλοι
![]() |
![]() |
Ο νερόμυλος των Αγίων Αναργύρων, ονομαζόμενος “καλογερικός”
Κατά τους παλαιόρερους χρόνους, οι νερόμυλοι της περιοχής ήταν μιά μικρή βιοτεχνία μπορούμε κάλλιστα να ειπούμε, αλλά και απαραίτητη για την εξυπηρέτιση των ανθρώπων, γιατί εκεί άλεθαν τα σιτάρια τους να τα κάνουν αλεύρι και άλλα δημητριακά προϊόντα. Τέτοιους νερόμυλους στην περιοχή του Βασσαρά είχαμε στον Αρκουδιά, που τον εκμεταλεύοντο οι Γριβογιανναίοι, και στο δικό μας ποτάμι, τον Γοργύλο, είχαμε άλλους δύο τον επάνω και τον κάτω, όπως συνήθιζαν να τους λένε. Ο επάνω ήταν ιδιοκτησίας του παπα-Δημήτρη και ο τελευταίος μυλωνάς ήταν ο Γεώργιος Καλλιαβάς. Με την ορμή του νερού που έπεφτε από το μυλοβάγενο εκτός του ότι τα δυό αργοκίνητα λιθάρια άλεθαν τα σιτάρι, το κριθάρι, το αραποσίτι και τα άλλα διάφορα, υπήρχε και η νεροτριβή που έκανε τα διάφορα υφάσματα, όπως βελέτζες, αντρομήδια, σαζήματα,κυλίμια κ.ά. που ύφαιναν στον αργαλειό οι νυκοκοιράδες, να είναι μαλακά σαν βαμβάκι. Στη δε περιοχή των Βερροίων ήταν ένας πλησίον της τοποθεσίας, Λειβάδια, κι`ελέγετο Παλιόμυλος κι`ένας άλλος που ευρίσκετο πλησίον της διασταύρωσης του δρόμου προς την Μονήν των Αγίων Αναργύρων και το ποτάμι των Τσιτζίνων, ονομάζετο Καλογερικός και ανήκε στο Μοναστήρι. Ενα θαυμάσιο υπερθέαμα συναντάει κανείς σήμερα, όταν επισκεφτεί το ποτάμι και ιδιαίτερα την περιοχή του επάνω μύλου, όπου οι πικροδάφνες έχουν μεγαλώσει και γέρνουν τ`ανθισμένα κλαδιά τους επάνω στα νερά και καμαρώνουν σαν όμορφες νυφούλες.
Ο νερόμυλος του παπα-Δημήτρη δίπλα στο Βασσαραιϊκο ποτάμι, όπως φαίνεται σήμερα, ανάμεσα στήν άγρια φλάστηση.
Από τα ωραία του Βασσαρά. Και αφού αναφερόμαστε στούς μύλους, καλό θα είναι ν`αφηγηθούμε έναμικρό αλλά εύθυμο περιστατικό.
Μιά Βασσαραίϊσα, έστειλε τον άντρα της πρωί- πρωί να πάει στης Κελεφίνας τον μήλο για ν`αλέσει. Επειδή νύχτωσε και ο άντρας της δεν είχε γυρίσει, άρχισε ν`ανυσηχεί και ξεκίνησε προς αναζήτησίν του. Περνώντας όμως, έξω από το μαγαζί του Δαμιανού Σπυρόπουλου, είδε το μουλάρι δεμένο κι`ο άντρας της μέσ`στο μαγαζί κι`έπινε. Πήρε το μουλάρι μουρμουρίζοντας και όταν πήγε σπίτι και ξεφόρτωσε, δεν πίστευε στα ίδια της τα μάτια. Τα σακιά είχαν ακόμα μέσα το σιτάρι. Δηλαδή ο προκομμένος της ποτέ δεν έφτασε στο μύλο.
Νεροπρίονο. Αξιοσημείωτο είναι ν`αναφέρομε ότι στην περιοχή των Βερροίων, γύρω στα 1888 και συγκεκριμένα στη θέση Τσούκα, λειτουργούσε νεροπρίονο. Εκεί έσκιζαν τα πεύκα και τα έλατα. Τα περοσσότερα σπίτια στο Βασσαρά αλλά και στα Βέρροια είναι φτιαγμένα με ξυλεία που προέρχεται από το νεροπρίονο εκείνο. Τα νεότερα χρόνια στα Βέρροια λειτούργησε το σύγχρονο πριόνι του Μαρίνη Γεωργακόπουλου και στο Βασσαρά εκείνο των Χρήστου Σακελλάρη και Δημήτρη Βελισάρη.
Τα νυχτέρια. Έτσι ελέγοντο οι νυχτερινές συγκεντρώσεις ανθρώπων όλων των ηλικιών από μικρούς και μεγάλους, άντρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια, στις διάφορες γειτονιές. Εκεί σε μιά απλωσιά άναβαν φωτιά, με ξύλα συνήθως από τους γύρω φράχτες και με διάφορα αστεία, παιγνίδια, τραγούδια και χορούς διασκέδαζαν για ώρες ολόκληρες. Τα πλέον συνηθισμένα παιγνίδια ήταν η κολοκυθιά, το τηλέφωνο, ο μυλωνάς, το μπιζ, η ευλογία του Δεσπότη κ.ά. Τα νυχτέρια επίσης ήταν χώρος εργασίας για τις γυναίκες ιδίως, που πολλές έγνεθαν τη ρόκα τους, έπλεκαν, στρίβανε κουβάρια κλπ. Πάντως η διασκέδαση και το γέλιο είχαν προτεραιότητα. Τέτοια μέρη εύρισκες σε όλο το χωριό. Στον Αϊ-Νικόλα, στη βρύση, στην εκκλησία, στη Ράχη, στην Πουρναριά.
ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ
(Από τον κ. Μανούσο Ροκάκη)
Που είν’ τα χρόνια τα παλιά και τα ευλογημένα,
που ζούσαμε όλοι απλά και όλοι ευτυχισμένα.
Πούναι τα χρόνια τα παλιά που η διπλοπροσωπεία
Ήτανε λέξη άγνωστη μέσα εις τη φιλία.
Τώρα η μάνα μας, η ίδια να πάει στο παιδί της
πρέπει να έχει πρόσκληση γιά την υποδοχή της.
Αλλάξαν πλέον οι καιροί, δεν είναι όπως πρώτα,
Που ζούσαμε όλοι απλά, δεν είχαμε μηδέ πόρτα.
Τώρα εσκορπιστήκαμε σαν τους λαγούς στα δάση,
και μόνο η εκκλησία μας, μπορεί να μας σημάσει
Γιά θυμηθήτε τον καιρό της μάνας μας τη μαγειριά
που ετοίμαζε ένα φαϊ και τρώγαμε όλοι μαζί.
Νέοι και γέροι και παιδιά, μιά κατσαρόλα στη φωτιά
Τώρα καθένας ξεχωριστά, άλλος ψητό,άλλος βραστό.
Άλλος δίαιτα κρατά, τον βλάπτουν τα τηγανητά,
άλλοι με τις βιταμίνες ζούν, να χάσουν πάουντς πολεμούν.
Στο τέλος λίγο ή πολύ, όλοι πεθαίνουν από χολή.
Πούναι εκείνη η εποχή που όλοι περπατούσαν
και ζωντανά τα αίματα σ’όλους κυκλοφορούσαν.
Τώρα όλα μηχανικά και όλα μας πειράζουν
τα νεύρα χάπια καρτερούν, αλλοιώς δεν ησυχάζουν.
Πούναι εκείνος ο καιρός που ήτανε ο γάμος ιερός,
όταν νικούσε η προξενιά του έρωτα η λεβεντιά.
Και στεφανόντουσαν να ζουν μέχρι θανάτου χωρισμού
κι’όταν βαφτίζαν το παιδί, τι έκσταση ήταν αυτή !
Εις τον παππού και τη γιαγιά να των ανοίγει την καρδιά
το όνομά τους ν’ακουστεί, ουδέποτε να ξεχαστεί.
Μεγάλη ήταν κληρονομιά, το όνομα στη φαμελιά
επέρασε τώρα κι’ αυτό ανήκει στον παλαιό καιρό.
Έτσι παγώνουν οι καρδιές και αλάζουνε κι’οι γεννιές.
Πούναι τα χρόνια τα παλιά, τα χρόνια τα ωραία
που με τραγούδι και μεζέ γλεντούσε μιά παρέα.
Πούναι τα χρόνια τα παλιά, τα διαμαντένα χρόνια,
όπου υπήρχε σεβασμός και νοιώθαμε συμπόνια.
Καθένας τώρα προσπαθεί τον άλλο να περάσει
και εις το χρέος πνίγεται ως ότου να γεράσει.
Μας πλάκωσε η απονιά, μας ζάλισε το χρήμα,
χάσαμε τα εθίματα και πέσαμε στο κρίμα.
Λυπήσου μας πάλι Θεέ και μη μας κατακρίνεις,
Εσύ όπου πάντα έλεος εις τα παιδιά σου δίνεις.
Συχώρεσε τα λάθη μας, δώσε μας τη γαλήνη,
που μας εδίδαξε ο Χριστός με την ταπεινοφροσύνη.